• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hook [sth/sb] up,
hook [sb/sth] up
vtr phrasal sep
(connect, attach)συνδέω ρ μ
 The nurse hooked the patient up to a machine to monitor his heart rate.
hook [sth/sb] up to [sth],
hook [sb/sth] up to [sth]
vtr phrasal sep
(connect, attach)συνδέω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
  (σε κτ που υπάρχει ήδη)συνδέω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 I had to hire an expert to hook up my computer to the office network.
 Έπρεπε να πάρω έναν ειδικό για να συνδέσει τον υπολογιστή μου στο δίκτυο του γραφείου.
hook up vi phrasal figurative, informal (form a connection) (φιλική σχέση)γίνομαι φίλος περίφρ
  (ερωτική σχέση)τα φτιάχνω έκφρ
  (παλαιό)τακιμιάζω ρ αμ
 My wife and I first hooked up when we were in high school.
 Η γυναίκα μου κι εγώ τα πρωτοφτιάξαμε όταν ήμασταν στο γυμνάσιο.
hook up vi phrasal figurative, informal (engage in sexual activity) (καθομιλουμένη)το κάνω έκφρ
  (αργκό: όχι απαραίτητα συνουσία)φασώνομαι ρ μ αλληλοπαθ
  (αργκό, χυδαίο)πηδιέμαι, γαμιέμαι ρ μ αλληλοπαθ
 I wouldn't say Charlie and I are dating, but we have hooked up a few times.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hooked up στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «hooked up».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!